Poems

Τα πάθοι της Χειμάρρας (1945 εως 2000, Παντελής Ζώτος)

Μια σαρανταπενταετία, Ενβέρ Χότζας και παρτία
Που επήραν την εξουσία, στο λαό της Αλβανίας
Έκτισαν δικτατορία, μεγάλη τρομοκρατία
Στη Χειμάρρα τυραννία, δεν έχει ελευθερια
Μονο σκλαβιά και τυραννία.
Πολλούς επήραν εξορία, που τους φύγανε τα παιδιά
Μας σκότωσαν τρία παιδιά, όπου ήθελαν ελευθεριά
Για να πάνε στη ξενιτιά.
Μας ένωσαν την περιουσία, το κάναν υποχρεωτικός
Να δουλεύουνε το βιός, να μας δίνουν 10 τα εκατό.
Κάθε μέρα στη δουλειά, με ψωμί και μ’ελιά
Περάσαμε μες στη σκλαβιά, με φτώχεια και με βάσανα
Να κουναρίσουμε τα παιδιά, με καημό και με πολύ δουλειά.

Δυο Δεκέμβρη του ’45 Η ηρωική Χειμάρρα, πήρε απόφαση για πάντα
εβασταξε ουδετερισμο, διότι το ήξερε το κακό
Που θα τη βρει από το καθεστώς.
Τα λόγια του Αγίου Κοσμά, εβγήκανε πολύ σωστά,
Μας σκότωσαν τον μπάρμπα Ανδρέα, που τον είχαν βάλει γραμματέα
Πολλούς πήραν φυλακή, με ισόβια στη ζωή
Όπου πέθαναν μερικοί,
Σπύρο Κολέκας υπουργός, σταματάει στο Σταυρό
Όλο νεύρα και θυμο, όπου δεν ψηφίσαμε για αυτόν
Στη Χειμάρρα θέλησε να βγει νερό.

Πολλά χρονια υπουργός, καλο δεν έκανε αυτός
Ούτε στο Βούνο στο χωριό, που το’χε κάψει ο Γερμανός.
Πολλά χρόνια στη σκλαβιά, με φόβο και τυραννία
Κλείσανε Ελληνικά σχόλια
Και έμειναν τα παιδιά, μονο με Αλβανικά.
Μας έφεραν την Τουρκιά, να μας αλλάξουν τι γλώσσα
Να μην μιλούμε Ελληνικά, μας χάλασαν την εκκλησιά
Να μην ανάβουμε κεριά, ούτε και στα μηνύματα.
Για να πω έχω πολλά, δεν μπορώ να τα συνδέσω καλά
Εγώ δεν είμαι ποιητής, αυτά τα λέω με ψυχή
Διότι έχουμε τυραγνιθεί.
Εγώ είμαι στη δουλειά, με δουλειά και με σκλαβιά
Με ήθελαν που δούλευα πολύ, όχι δεν μ’είχαν στη ψυχή.
Μετά απ’το καθεστώς, βγήκε ο Μπερίσας στο πλευρό
Έκτισε δημοκρατία, πιο μεγάλη τυραννία
Σκοτώθηκαν πολλά παιδιά, πήρε τα όπλα ο λαός
Και έγινε πολύ κακό, χάθηκε άμαχος πληθυσμός.
Αυτή δεν είναι δημοκρατία, αλλα πιο δικτατορία
Τα παιδιά μας με δουλειά, που έκαναν στην  Ελλάδα

Κάνανε πολλά λεφτά, πήγαν σαν τα ζωντανά
Τα έβαλαν στην Αλβανία, τα έφαγε ο Μπερίσας και η εξουσία.
Μια με 15 Οκτωβρίου του 2000 όπου είχαμε εκλογές, όχι δημοκρατικές
Σαν ελεύθερος λαός, να ψήφισει οποιον θέλει αυτός
Οι κυβερνήτες σοσιαλιστές, βάλαν τους δράστες στα χωριά
Οπλισμένοι της φωτιάς, και χαλάσανε δουλειά.
Για να κερδίσουνε αυτοί, με ψεύτικη εκλογή
Δεν θέλουν να μας γνωρίσουν αυτοί για Χειμάρρα Ελληνική.
Τη Χειμάρρα  τη θέλουν αυτοί, να την εκμεταλευτούνε πολύ.
Θέλουν την ακροπελαγιά, να την μοιράσουν στην Τουρκια
Όσο και να λένε αυτοί, είμαστε Έλληνες εμείς.
Η Ελλάδα μας βοηθεί, και την ευχαριστούμε πολύ
Εμείς ζητούμε Ελευθερία, Ομόνοια και Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Θεμιστοκλής Ζώτος (Όταν εκύρηξε τον πόλεμο ο Μουσολίνης κόντρα της Ελλάδος το 1940)

Ω Μπενίτο Μουσολίνι, βάστα λίγο το θυμό σου
Μη τα βάζεις με το Γκρέκο, γιατί είναι ισχυρός
Έχουν βασιλιά τον Γιώργο, τον Παπάγο στρατηγό
Θα σε κάμουνε κομμάτια, σου λέγω μα το Θεο.

Ο Μπενίτος μας θυμώνει, τότες δίνει διαταγή
Ο στρατός της Ιταλίας, εις το πόδι να βρεθεί.
Έτοιμοι να καταλάβουν την Ελληνική φυλή
Το κανόνι το μεγάλο, άρχισε για να βαρεί.
Ο αρχιστράτηγος Παπάγος, τότες δίνει διαταγή
Ο στρατός τις Κονίσπολης, πίσω να οπισθοχωρεί.
Επάνω στο Γρικοχωρι, εκεί πέρα να σταλθεί
Με την ώρα περίμεναν, να περάσουν οι Ιταλοί.
Από μακριά τους είδαν, δεν άφηναν στιγμή
Από τον αέρα τον Ελλήνων, τρόμαξαν οι Ιταλοί.
Τρέχοντας σαν λισιασμένοι, σα να είχαν φτερά
Κυνηγώντας τους έφεραν, στην κορυφή του Σκουταρά
Φτάσανε στη Κορυτσά.

Το τραγούδι το έχει αφιερώσει ο Ζώτος, Θεμιστοκλής εναντίον του Μουσολίνι.